αλλότριος
•
- λόγιοπου δεν μας αφορά ή δεν ανήκει σ’ εμάς αλλά σε άλλους Βικιλεξικό
- Πώς διακρίνεται κάτι εντόπιο και ιθαγενές από κάτι αλλότριο και οθνείο; (Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών, 2021 Ο εθνοκεντρικός λόγος στη νεοελληνική τέχνη: το έθνος ως εργαλείο ανάλυσης της τέχνης στη μεταπολεμική Ελλάδα https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/49752
Ετυμολογία
αλλότριος < αρχαία ελληνική ἀλλότριος < ἄλλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλότριος | αλλότρια | αλλότριο |
| Γενική | αλλότριου | αλλότριας | αλλότριου |
| Αιτιατική | αλλότριο | αλλότρια | αλλότριο |
| Κλητική | αλλότριε | αλλότρια | αλλότριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλότριοι | αλλότριες | αλλότρια |
| Γενική | αλλότριων | αλλότριων | αλλότριων |
| Αιτιατική | αλλότριους | αλλότριες | αλλότρια |
| Κλητική | αλλότριοι | αλλότριες | αλλότρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →