Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλλοτριοφαγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αλλοτριοφαγία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλλοτριοφαγικός < αλλοτριοφαγία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλοτριοφαγικόςαλλοτριοφαγικήαλλοτριοφαγικό
Γενικήαλλοτριοφαγικούαλλοτριοφαγικήςαλλοτριοφαγικού
Αιτιατικήαλλοτριοφαγικόαλλοτριοφαγικήαλλοτριοφαγικό
Κλητικήαλλοτριοφαγικέαλλοτριοφαγικήαλλοτριοφαγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλλοτριοφαγικοίαλλοτριοφαγικέςαλλοτριοφαγικά
Γενικήαλλοτριοφαγικώναλλοτριοφαγικώναλλοτριοφαγικών
Αιτιατικήαλλοτριοφαγικούςαλλοτριοφαγικέςαλλοτριοφαγικά
Κλητικήαλλοτριοφαγικοίαλλοτριοφαγικέςαλλοτριοφαγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →