αλλοτριοφαγικός
•
- που έχει σχέση με την αλλοτριοφαγία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλλοτριοφαγικός < αλλοτριοφαγία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοτριοφαγικός | αλλοτριοφαγική | αλλοτριοφαγικό |
| Γενική | αλλοτριοφαγικού | αλλοτριοφαγικής | αλλοτριοφαγικού |
| Αιτιατική | αλλοτριοφαγικό | αλλοτριοφαγική | αλλοτριοφαγικό |
| Κλητική | αλλοτριοφαγικέ | αλλοτριοφαγική | αλλοτριοφαγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλλοτριοφαγικοί | αλλοτριοφαγικές | αλλοτριοφαγικά |
| Γενική | αλλοτριοφαγικών | αλλοτριοφαγικών | αλλοτριοφαγικών |
| Αιτιατική | αλλοτριοφαγικούς | αλλοτριοφαγικές | αλλοτριοφαγικά |
| Κλητική | αλλοτριοφαγικοί | αλλοτριοφαγικές | αλλοτριοφαγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →