αλογοδότητος
•
- που δεν έχει λογοδοτήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλογοδότητος < α- + λογοδοτώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογοδότητος | αλογοδότητη | αλογοδότητο |
| Γενική | αλογοδότητου | αλογοδότητης | αλογοδότητου |
| Αιτιατική | αλογοδότητο | αλογοδότητη | αλογοδότητο |
| Κλητική | αλογοδότητε | αλογοδότητη | αλογοδότητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αλογοδότητοι | αλογοδότητες | αλογοδότητα |
| Γενική | αλογοδότητων | αλογοδότητων | αλογοδότητων |
| Αιτιατική | αλογοδότητους | αλογοδότητες | αλογοδότητα |
| Κλητική | αλογοδότητοι | αλογοδότητες | αλογοδότητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →