λογοδοτώ
•
- δίνω λόγο για τις πράξεις μου, αναφέρω και αιτιολογώ τις ενέργειές μου σε ανώτερη αρχή Βικιλεξικό
- Για τη διατήρηση της νομιμότητας, μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα πρέπει να λογοδοτεί σε δημοκρατικούς θεσμούς και στο ευρύ κοινό για τις ενέργειές της κατά την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί. (από τον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)
- απολογούμαι για άδικες πράξεις που έκανα Βικιλεξικό
- λογοδοτώ στη δικαιοσύνη
Ετυμολογία
λογοδοτώ < μεσαιωνική ελληνική λογοδότης < αρχαία ελληνική λόγος + δίδωμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | λογοδοτώ | λογοδοτείς | λογοδοτεί | λογοδοτούμε | λογοδοτείτε | λογοδοτούν / λογοδοτούνε |
| Παρατατικός | λογοδοτούσα | λογοδοτούσες | λογοδοτούσε | λογοδοτούσαμε | λογοδοτούσατε | λογοδοτούσαν / λογοδοτούσανε |
| Αόριστος | λογοδότησα | λογοδότησες | λογοδότησε | λογοδοτήσαμε | λογοδοτήσατε | λογοδοτήσαν / λογοδοτήσανε / λογοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα λογοδοτήσω / θα λογοδοτώ | θα λογοδοτήσεις / θα λογοδοτείς | θα λογοδοτήσει / θα λογοδοτεί | θα λογοδοτήσουμε / θα λογοδοτούμε | θα λογοδοτήσετε / θα λογοδοτείτε | θα λογοδοτήσουν / θα λογοδοτήσουνε / θα λογοδοτούν / θα λογοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω λογοδοτήσει | έχεις λογοδοτήσει | έχει λογοδοτήσει | έχουμε λογοδοτήσει | έχετε λογοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα λογοδοτήσει | είχες λογοδοτήσει | είχε λογοδοτήσει | είχαμε λογοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω λογοδοτήσει / να λογοδοτήσω / να λογοδοτώ | να έχεις λογοδοτήσει / να λογοδοτήσεις / να λογοδοτείς | να έχει λογοδοτήσει / να λογοδοτήσει / να λογοδοτεί | να έχουμε λογοδοτήσει / να λογοδοτήσουμε / να λογοδοτούμε | να έχετε λογοδοτήσει / να λογοδοτήσετε / να λογοδοτείτε | να λογοδοτήσουν / να λογοδοτήσουνε / να λογοδοτούν / να λογοδοτούνε |
| Προστακτική | — | λογοδότει / λογοδότησε | — | — | λογοδοτήστε / λογοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →