Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λογοδοτώ

ρήμα
•
  1. δίνω λόγο για τις πράξεις μου, αναφέρω και αιτιολογώ τις ενέργειές μου σε ανώτερη αρχή Βικιλεξικό
    • Για τη διατήρηση της νομιμότητας, μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα πρέπει να λογοδοτεί σε δημοκρατικούς θεσμούς και στο ευρύ κοινό για τις ενέργειές της κατά την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί. (από τον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας)
  2. απολογούμαι για άδικες πράξεις που έκανα Βικιλεξικό
    • λογοδοτώ στη δικαιοσύνη

Ετυμολογία

λογοδοτώ < μεσαιωνική ελληνική λογοδότης < αρχαία ελληνική λόγος + δίδωμι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςλογοδοτώλογοδοτείςλογοδοτείλογοδοτούμελογοδοτείτελογοδοτούν / λογοδοτούνε
Παρατατικόςλογοδοτούσαλογοδοτούσεςλογοδοτούσελογοδοτούσαμελογοδοτούσατελογοδοτούσαν / λογοδοτούσανε
Αόριστοςλογοδότησαλογοδότησεςλογοδότησελογοδοτήσαμελογοδοτήσατελογοδοτήσαν / λογοδοτήσανε / λογοδότησαν
Μέλλονταςθα λογοδοτήσω / θα λογοδοτώθα λογοδοτήσεις / θα λογοδοτείςθα λογοδοτήσει / θα λογοδοτείθα λογοδοτήσουμε / θα λογοδοτούμεθα λογοδοτήσετε / θα λογοδοτείτεθα λογοδοτήσουν / θα λογοδοτήσουνε / θα λογοδοτούν / θα λογοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω λογοδοτήσειέχεις λογοδοτήσειέχει λογοδοτήσειέχουμε λογοδοτήσειέχετε λογοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα λογοδοτήσειείχες λογοδοτήσειείχε λογοδοτήσειείχαμε λογοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω λογοδοτήσει / να λογοδοτήσω / να λογοδοτώνα έχεις λογοδοτήσει / να λογοδοτήσεις / να λογοδοτείςνα έχει λογοδοτήσει / να λογοδοτήσει / να λογοδοτείνα έχουμε λογοδοτήσει / να λογοδοτήσουμε / να λογοδοτούμενα έχετε λογοδοτήσει / να λογοδοτήσετε / να λογοδοτείτενα λογοδοτήσουν / να λογοδοτήσουνε / να λογοδοτούν / να λογοδοτούνε
Προστακτική—λογοδότει / λογοδότησε——λογοδοτήστε / λογοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →