αλυσίδα
•
- κόσμημασειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους Βικιλεξικό
- Ένα βαρίδι από μαντέμι, περίτεχνα σκαλισμένο και εξαρτημένο από αλυσίδες που κινούνται σε τροχαλίες ροζέτας κοντά στο ταβάνι , δίνει τη δυνατότητα στη λάμπα να ανέρχεται και να κατέρχεται στον χώρο (Μαρία Κατσικά-Πισιμίση, Λαγκάδια Αρκαδίας, 19ος αιώνας και αρχές 20ου: κείμενα από ένα Λαγκαδινό σπίτι, 2001)
- Φορούσε λεπτές χρυσές αλυσίδες καρτιέ στο λαιμό.
- μεταφορικάσειρά Βικιλεξικό
- Δε συχνάζω στις μεγάλες αλυσίδες, προτιμάω τα μικρά γειτονικά μαγαζιά.
- μεταφορικάσειρά Βικιλεξικό
- τροφική αλυσίδα, αλυσίδα γεγονότων
Ετυμολογία
αλυσίδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἁλυσίδα < ελληνιστική κοινή ἁλυσδίδιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ἁλύσιον, υποκοριστικό για το ἅλυσις Συγκρίνετε με το άλυσος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αλυσίδα | αλυσίδες |
| Γενική | αλυσίδας | αλυσίδων |
| Αιτιατική | αλυσίδα | αλυσίδες |
| Κλητική | αλυσίδα | αλυσίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →