Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αλυσιτελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να επιφέρει ωφέλιμο αποτέλεσμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αλυσιτελής < στερητικό α- + λυσιτελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλυσιτελήςαλυσιτελήςαλυσιτελές
Γενικήαλυσιτελούςαλυσιτελούςαλυσιτελούς
Αιτιατικήαλυσιτελήαλυσιτελήαλυσιτελές
Κλητικήαλυσιτελή / αλυσιτελήςαλυσιτελήςαλυσιτελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλυσιτελείςαλυσιτελείςαλυσιτελή
Γενικήαλυσιτελώναλυσιτελώναλυσιτελών
Αιτιατικήαλυσιτελείςαλυσιτελείςαλυσιτελή
Κλητικήαλυσιτελείςαλυσιτελείςαλυσιτελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →