Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λυσιτελής

/li.si.teˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κατάλληλος για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου τέλους σε μία δεδομένη κατάσταση Βικιλεξικό
    • Περιγράψτε τις ενέργειες στις οποίες θα προβείτε για τη λυσιτελή υλοποίηση του έργου.

Ετυμολογία

λυσιτελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λυσιτελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλυσιτελήςλυσιτελήςλυσιτελές
Γενικήλυσιτελούςλυσιτελούςλυσιτελούς
Αιτιατικήλυσιτελήλυσιτελήλυσιτελές
Κλητικήλυσιτελή / λυσιτελήςλυσιτελήςλυσιτελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήλυσιτελείςλυσιτελείςλυσιτελή
Γενικήλυσιτελώνλυσιτελώνλυσιτελών
Αιτιατικήλυσιτελείςλυσιτελείςλυσιτελή
Κλητικήλυσιτελείςλυσιτελείςλυσιτελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →