λυσιτελής
•
- κατάλληλος για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου τέλους σε μία δεδομένη κατάσταση Βικιλεξικό
- Περιγράψτε τις ενέργειες στις οποίες θα προβείτε για τη λυσιτελή υλοποίηση του έργου.
Ετυμολογία
λυσιτελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λυσιτελής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσιτελής | λυσιτελής | λυσιτελές |
| Γενική | λυσιτελούς | λυσιτελούς | λυσιτελούς |
| Αιτιατική | λυσιτελή | λυσιτελή | λυσιτελές |
| Κλητική | λυσιτελή / λυσιτελής | λυσιτελής | λυσιτελές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | λυσιτελείς | λυσιτελείς | λυσιτελή |
| Γενική | λυσιτελών | λυσιτελών | λυσιτελών |
| Αιτιατική | λυσιτελείς | λυσιτελείς | λυσιτελή |
| Κλητική | λυσιτελείς | λυσιτελείς | λυσιτελή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →