αλφαδιάζω
•
- ελέγχω και ρυθμίζω την οριζόντια ή την κατακόρυφη θέση μιας επιφάνειας, ώστε να φέρω όλα τα μέρη της στην ίδια ευθεία, χρησιμοποιώντας αλφάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αλφαδιάζω < αλφάδι < μεσαιωνική ελληνική ἀλφάδιον < αρχαία ελληνική ἄλφα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αλφαδιάζω | αλφαδιάζεις | αλφαδιάζει | αλφαδιάζουμε | αλφαδιάζετε | αλφαδιάζουν / αλφαδιάζουνε |
| Παρατατικός | αλφαδίαζα | αλφαδίαζες | αλφαδίαζε | αλφαδιάζαμε | αλφαδιάζατε | αλφαδίαζαν / αλφαδιάζαν / αλφαδιάζανε |
| Αόριστος | αλφαδίασα | αλφαδίασες | αλφαδίασε | αλφαδιάσαμε | αλφαδιάσατε | αλφαδίασαν / αλφαδιάσαν / αλφαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αλφαδιάζω / θα αλφαδιάσω | θα αλφαδιάζεις / θα αλφαδιάσεις | θα αλφαδιάζει / θα αλφαδιάσει | θα αλφαδιάζουμε / θα αλφαδιάσουμε | θα αλφαδιάζετε / θα αλφαδιάσετε | θα αλφαδιάζουν / θα αλφαδιάζουνε / θα αλφαδιάσουν / θα αλφαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αλφαδιάσει | έχεις αλφαδιάσει | έχει αλφαδιάσει | έχουμε αλφαδιάσει | έχετε αλφαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αλφαδιάσει | είχες αλφαδιάσει | είχε αλφαδιάσει | είχαμε αλφαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αλφαδιάσει / να αλφαδιάζω / να αλφαδιάσω | να έχεις αλφαδιάσει / να αλφαδιάζεις / να αλφαδιάσεις | να έχει αλφαδιάσει / να αλφαδιάζει / να αλφαδιάσει | να έχουμε αλφαδιάσει / να αλφαδιάζουμε / να αλφαδιάσουμε | να έχετε αλφαδιάσει / να αλφαδιάζετε / να αλφαδιάσετε | να αλφαδιάζουν / να αλφαδιάζουνε / να αλφαδιάσουν / να αλφαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | αλφαδίαζε / αλφαδίασε | — | — | αλφαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αλφαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →