ευθυγραμμίζω
•
- βάζω κάτι ή κάποια πράγματα σε (νοητή) ευθεία γραμμή Βικιλεξικό
- μεταφορικάρυθμίζω το χαρακτήρα ή την συμπεριφορά, ώστε να συμφωνώ ή να συμμορφώνομαι με κάτι (ή κάποιον) άλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ευθυγραμμίζω < ευθύγραμμος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ευθυγραμμίζω | ευθυγραμμίζεις | ευθυγραμμίζει | ευθυγραμμίζουμε | ευθυγραμμίζετε | ευθυγραμμίζουν / ευθυγραμμίζουνε |
| Παρατατικός | ευθυγράμμιζα | ευθυγράμμιζες | ευθυγράμμιζε | ευθυγραμμίζαμε | ευθυγραμμίζατε | ευθυγράμμιζαν / ευθυγραμμίζαν / ευθυγραμμίζανε |
| Αόριστος | ευθυγράμμισα | ευθυγράμμισες | ευθυγράμμισε | ευθυγραμμίσαμε | ευθυγραμμίσατε | ευθυγράμμισαν / ευθυγραμμίσαν / ευθυγραμμίσανε |
| Μέλλοντας | θα ευθυγραμμίζω / θα ευθυγραμμίσω | θα ευθυγραμμίζεις / θα ευθυγραμμίσεις | θα ευθυγραμμίζει / θα ευθυγραμμίσει | θα ευθυγραμμίζουμε / θα ευθυγραμμίσουμε | θα ευθυγραμμίζετε / θα ευθυγραμμίσετε | θα ευθυγραμμίζουν / θα ευθυγραμμίζουνε / θα ευθυγραμμίσουν / θα ευθυγραμμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ευθυγραμμίσει | έχεις ευθυγραμμίσει | έχει ευθυγραμμίσει | έχουμε ευθυγραμμίσει | έχετε ευθυγραμμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ευθυγραμμίσει | είχες ευθυγραμμίσει | είχε ευθυγραμμίσει | είχαμε ευθυγραμμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ευθυγραμμίσει / να ευθυγραμμίζω / να ευθυγραμμίσω | να έχεις ευθυγραμμίσει / να ευθυγραμμίζεις / να ευθυγραμμίσεις | να έχει ευθυγραμμίσει / να ευθυγραμμίζει / να ευθυγραμμίσει | να έχουμε ευθυγραμμίσει / να ευθυγραμμίζουμε / να ευθυγραμμίσουμε | να έχετε ευθυγραμμίσει / να ευθυγραμμίζετε / να ευθυγραμμίσετε | να ευθυγραμμίζουν / να ευθυγραμμίζουνε / να ευθυγραμμίσουν / να ευθυγραμμίσουνε |
| Προστακτική | — | ευθυγράμμιζε / ευθυγράμμισε | — | — | ευθυγραμμίζετε / ευθυγραμμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →