αμεροληψία
•
- το να είναι κανείς αμερόληπτος, να αποφασίζει ανεπηρέαστος και με αντικειμενικό τρόπο για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμεροληψία < α- + μεροληψία < α- + μέρος + -ληψία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμεροληψία | αμεροληψίες |
| Γενική | αμεροληψίας | αμεροληψιών |
| Αιτιατική | αμεροληψία | αμεροληψίες |
| Κλητική | αμεροληψία | αμεροληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →