Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμεροληψία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς αμερόληπτος, να αποφασίζει ανεπηρέαστος και με αντικειμενικό τρόπο για κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμεροληψία < α- + μεροληψία < α- + μέρος + -ληψία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμεροληψίααμεροληψίες
Γενικήαμεροληψίαςαμεροληψιών
Αιτιατικήαμεροληψίααμεροληψίες
Κλητικήαμεροληψίααμεροληψίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →