Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμετροέπεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη μέτρου στα λόγια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμετροέπεια < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμετροεπία < αρχαία ελληνική ἀμετροεπής < ἄμετρος + ἔπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμετροέπειααμετροέπειες
Γενικήαμετροέπειαςαμετροεπειών
Αιτιατικήαμετροέπειααμετροέπειες
Κλητικήαμετροέπειααμετροέπειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →