φλυαρία
•
- το να λέει κανείς πολλά και συνήθως περιττά ή ανούσια πράγματα Βικιλεξικό
- Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία. (Χρήστος Κολύβας, Μετανάστες στον άλλο κόσμο, Αληθινές διηγήσεις, εκδ. Καστανιώτη, 1996)
Ετυμολογία
φλυαρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλυαρία < φλύαρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλυαρία | φλυαρίες |
| Γενική | φλυαρίας | φλυαριών |
| Αιτιατική | φλυαρία | φλυαρίες |
| Κλητική | φλυαρία | φλυαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →