αμμοβολή
•
- τεχνολογίαμέθοδος καθαρισμού αντικειμένων ή επιφανειών (όπως αφαίρεση σκουριάς, βερνικιού, χρώματος κ.λπ.), ή εγγραφής κι επεξεργασίας (λ.χ. στην υαλουργία) με εκτόξευση άμμου με πίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμμοβολή < άμμ(ος) + -ο- + βολή, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sandblasting
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμμοβολή | αμμοβολές |
| Γενική | αμμοβολής | αμμοβολών |
| Αιτιατική | αμμοβολή | αμμοβολές |
| Κλητική | αμμοβολή | αμμοβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →