Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμμοβολή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τεχνολογίαμέθοδος καθαρισμού αντικειμένων ή επιφανειών (όπως αφαίρεση σκουριάς, βερνικιού, χρώματος κ.λπ.), ή εγγραφής κι επεξεργασίας (λ.χ. στην υαλουργία) με εκτόξευση άμμου με πίεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμμοβολή < άμμ(ος) + -ο- + βολή, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sandblasting

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμμοβολήαμμοβολές
Γενικήαμμοβολήςαμμοβολών
Αιτιατικήαμμοβολήαμμοβολές
Κλητικήαμμοβολήαμμοβολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →