αμμοβολώ
•
- καθαρίζω, αφαιρώ το βερνίκι, ξεσκουριάζω ή εγγράφω κάτι σε επιφάνεια μέσω εκτόξευσης άμμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμμοβολώ < αμμοβολή + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμμοβολώ | αμμοβολείς | αμμοβολεί | αμμοβολούμε | αμμοβολείτε | αμμοβολούν / αμμοβολούνε |
| Παρατατικός | αμμοβολούσα | αμμοβολούσες | αμμοβολούσε | αμμοβολούσαμε | αμμοβολούσατε | αμμοβολούσαν / αμμοβολούσανε |
| Αόριστος | αμμοβόλησα | αμμοβόλησες | αμμοβόλησε | αμμοβολήσαμε | αμμοβολήσατε | αμμοβολήσαν / αμμοβολήσανε / αμμοβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα αμμοβολήσω / θα αμμοβολώ | θα αμμοβολήσεις / θα αμμοβολείς | θα αμμοβολήσει / θα αμμοβολεί | θα αμμοβολήσουμε / θα αμμοβολούμε | θα αμμοβολήσετε / θα αμμοβολείτε | θα αμμοβολήσουν / θα αμμοβολήσουνε / θα αμμοβολούν / θα αμμοβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω αμμοβολήσει | έχεις αμμοβολήσει | έχει αμμοβολήσει | έχουμε αμμοβολήσει | έχετε αμμοβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμμοβολήσει | είχες αμμοβολήσει | είχε αμμοβολήσει | είχαμε αμμοβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμμοβολήσει / να αμμοβολήσω / να αμμοβολώ | να έχεις αμμοβολήσει / να αμμοβολήσεις / να αμμοβολείς | να έχει αμμοβολήσει / να αμμοβολήσει / να αμμοβολεί | να έχουμε αμμοβολήσει / να αμμοβολήσουμε / να αμμοβολούμε | να έχετε αμμοβολήσει / να αμμοβολήσετε / να αμμοβολείτε | να αμμοβολήσουν / να αμμοβολήσουνε / να αμμοβολούν / να αμμοβολούνε |
| Προστακτική | — | αμμοβόλει / αμμοβόλησε | — | — | αμμοβολήστε / αμμοβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →