αμοραλισμός
•
- φιλοσοφίαη θεώρηση κατά την οποία υποστηρίζεται ότι δεν υφίστανται ηθικές αξίες με καθολική, ενιαία, παγκόσμια αναγνωρισμένη ισχύ, ότι οι ηθικοί κανόνες αναιρούνται ή και απορρίπτονται βάσει κριτικής και ότι οι ηθικές αντιλήψεις τροποποιούνται κατά τόπο και χρόνο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη απουσία ηθικών αρχών, η έκλυση των ηθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμοραλισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική amoralisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμοραλισμός | αμοραλισμοί |
| Γενική | αμοραλισμού | αμοραλισμών |
| Αιτιατική | αμοραλισμό | αμοραλισμούς |
| Κλητική | αμοραλισμέ | αμοραλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →