Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφίγνωμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο γνώμες, διστακτικός, αμφιταλαντευόμενος, αναποφάσιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμφίγνωμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμφίγνωμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίγνωμοςαμφίγνωμηαμφίγνωμο
Γενικήαμφίγνωμουαμφίγνωμηςαμφίγνωμου
Αιτιατικήαμφίγνωμοαμφίγνωμηαμφίγνωμο
Κλητικήαμφίγνωμεαμφίγνωμηαμφίγνωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμφίγνωμοιαμφίγνωμεςαμφίγνωμα
Γενικήαμφίγνωμωναμφίγνωμωναμφίγνωμων
Αιτιατικήαμφίγνωμουςαμφίγνωμεςαμφίγνωμα
Κλητικήαμφίγνωμοιαμφίγνωμεςαμφίγνωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →