Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίγνωμος

/ˈði.ɣno.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί ν’ αποφασίσει ποια απόφαση απ’ τις δύο να πάρει ή ποια γνώμη απ’ τις δύο να έχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίγνωμος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή δίγνωμος < (δίς) δί- + αρχαία ελληνική γνώμη < γιγνώσκω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίγνωμοςδίγνωμh / δίγνωμηδίγνωμo / δίγνωμο
Γενικήδίγνωμουδίγνωμηςδίγνωμου
Αιτιατικήδίγνωμοδίγνωμηδίγνωμο
Κλητικήδίγνωμεδίγνωμηδίγνωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίγνωμοιδίγνωμεςδίγνωμα
Γενικήδίγνωμωνδίγνωμωνδίγνωμων
Αιτιατικήδίγνωμουςδίγνωμεςδίγνωμα
Κλητικήδίγνωμοιδίγνωμεςδίγνωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →