ζερβόδεξος
•
- λαϊκότροποπου γράφει και με τα δύο χέρια εξίσου καλά (ή τα χρησιμοποιεί και για άλλες ενέργειες) Βικιλεξικό
- κρητικός χορός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζερβόδεξος < ζερβός + -ο- + δεξιός + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζερβόδεξος | ζερβόδεξη | ζερβόδεξο |
| Γενική | ζερβόδεξου | ζερβόδεξης | ζερβόδεξου |
| Αιτιατική | ζερβόδεξο | ζερβόδεξη | ζερβόδεξο |
| Κλητική | ζερβόδεξε | ζερβόδεξη | ζερβόδεξο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζερβόδεξοι | ζερβόδεξες | ζερβόδεξα |
| Γενική | ζερβόδεξων | ζερβόδεξων | ζερβόδεξων |
| Αιτιατική | ζερβόδεξους | ζερβόδεξες | ζερβόδεξα |
| Κλητική | ζερβόδεξοι | ζερβόδεξες | ζερβόδεξα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →