αμφιλεγόμενος
•
- για κάποιον ή κάτι σχετικά με το(ν) οποίο υπάρχουν διαφωνίες, διαφορετικές ερμηνείες ή εκτιμήσεις Βικιλεξικό
- Παραμάγαζο Τραμπ στο Πεντάγωνο. Αμφιλεγόμενα δάνεια και συμβάσεις από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας σε εταιρείες που συνδέονται με τον γιο του Τραμπ, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ (Εφημερίδα των Συντακτών, 05/02/2026 [https://www.efsyn.gr/oikonomia/diethnis-oikonomia/499865_paramagazo-tramp-sto-pentagono)
Ετυμολογία
αμφιλεγόμενος < μετοχή μέσου ενεστώτα του αρχαίου ρήματος ἀμφιλέγω
Άλλοι τύποι
αμφιλεγόμενααμφιλεγόμενεαμφιλεγόμενεςαμφιλεγόμενηαμφιλεγόμενηςαμφιλεγόμενοαμφιλεγόμενοιαμφιλεγόμενοςαμφιλεγόμενουαμφιλεγόμενουςαμφιλεγόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →