αναμφισβήτητος
•
- που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί Βικιλεξικό
- Υπήρξε ο αναμφισβήτητος πρωταγωνιστής της πολιτικής ζωής για δυο δεκαετίες.
Ετυμολογία
αναμφισβήτητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναμφισβήτητος. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + (αμφισβητώ) αμφισβητη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναμφισβήτητος | αναμφισβήτητη | αναμφισβήτητο |
| Γενική | αναμφισβήτητου | αναμφισβήτητης | αναμφισβήτητου |
| Αιτιατική | αναμφισβήτητο | αναμφισβήτητη | αναμφισβήτητο |
| Κλητική | αναμφισβήτητε | αναμφισβήτητη | αναμφισβήτητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναμφισβήτητοι | αναμφισβήτητες | αναμφισβήτητα |
| Γενική | αναμφισβήτητων | αναμφισβήτητων | αναμφισβήτητων |
| Αιτιατική | αναμφισβήτητους | αναμφισβήτητες | αναμφισβήτητα |
| Κλητική | αναμφισβήτητοι | αναμφισβήτητες | αναμφισβήτητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →