Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναμφίλεκτος

/a.naɱˈfi.le.ktos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου γίνεται καθολικά αποδεκτός χωρίς να υπάρχει καμία αντίρρηση Βικιλεξικό
    • Και φτάνουμε έτσι στο μεσοστράτι της ζωής μας ή και στα γεράματα συνεχίζοντας να υποστηρίζουμε σαν αναμφίλεκτη αλήθεια τους αυτοεγκωμιαστικούς θρύλους και τα ανιστόρητα σχήματα με τα οποία μας εφοδίασε η επίσημη, καθαρισμένη ιστορία, πρώτο μέλημα της οποίας δεν είναι η συλλογική αυτογνωσία, όσο πικρή, αλλά η καλλιέργεια του εθνικού ναρκισσισμού. (Παντελής Μπουκάλας, «Οταν το Εθνος ευρίσκεται εις κόμματα»..., εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26 Φεβρουαρίου 2012)

Ετυμολογία

αναμφίλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναμφίλεκτος < ἀν- στερητικό + ἀμφιλέγω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναμφίλεκτοςαναμφίλεκτηαναμφίλεκτο
Γενικήαναμφίλεκτουαναμφίλεκτηςαναμφίλεκτου
Αιτιατικήαναμφίλεκτοαναμφίλεκτηαναμφίλεκτο
Κλητικήαναμφίλεκτεαναμφίλεκτηαναμφίλεκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναμφίλεκτοιαναμφίλεκτεςαναμφίλεκτα
Γενικήαναμφίλεκτωναναμφίλεκτωναναμφίλεκτων
Αιτιατικήαναμφίλεκτουςαναμφίλεκτεςαναμφίλεκτα
Κλητικήαναμφίλεκτοιαναμφίλεκτεςαναμφίλεκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →