Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμφιλύκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το θαμπό φως την ώρα που ξημερώνει Βικιλεξικό
  2. το θαμπό φως την ώρα που νυχτώνει Βικιλεξικό
    • Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει καὶ ἦτο ἀμφιλύκη φθινοπώρου μελαγχολική. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Αμαρτίας φάντασμα)

Ετυμολογία

αμφιλύκη < αρχαία ελληνική ἀμφιλύκη < ἀμφί + *λύκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμφιλύκη—
Γενικήαμφιλύκης—
Αιτιατικήαμφιλύκη—
Κλητικήαμφιλύκη—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →