λυκαυγές
•
- το μισόφωτο πριν χαράξει για τα καλά η μέρα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αρχή, το ξεκίνημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λυκαυγές < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυκαυγές, ουδέτερο του λυκαυγής < *λύκη + αὐγής (< αὐγή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκαυγές | — |
| Γενική | λυκαυγούς | — |
| Αιτιατική | λυκαυγές | — |
| Κλητική | λυκαυγές | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →