λυκόφως
•
- το λίγο φως που παραμένει μετά τη δύση του ήλιου Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο τέλος μιας εποχής, μιας ιστορικής περιόδου Βικιλεξικό
- Το Λυκόφως των Θεών (στην όπερα του Βάγκνερ, "Το Δαχτυλίδι των Νιμπελούγκεν")
Ετυμολογία
λυκόφως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυκόφως < *λύκη (αμυδρό φως) + φῶς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λυκόφως | — |
| Γενική | λυκόφωτος | — |
| Αιτιατική | λυκόφως | — |
| Κλητική | λυκόφως | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →