δίλημμα
•
- κατάσταση ή πρόβλημα που περιλαμβάνει δύο επιλογές ή δυνατότητες, από τις οποίες καμία δεν είναι απολύτως ικανοποιητική ή εύκολα επιτεύξιμη, οδηγώντας σε λήψη δύσκολων αποφάσεων Βικιλεξικό
- Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκάνδαλος με το σουπερποζέ (Πόσες σκανδάλες σε ένα δίκαννο…, Κυνηγεσία, 20/01/2021 https://www.kynigesia.gr/opla-vlitiki/poses-skandales-se-ena-dikanno/)
Ετυμολογία
δίλημμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίλημμα. Δείτε δί- (δις) + λῆμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δίλημμα | διλήμματα |
| Γενική | διλήμματος | διλημμάτων |
| Αιτιατική | δίλημμα | διλήμματα |
| Κλητική | δίλημμα | διλήμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →