ανάκληση
•
- διπλωματίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλώ, καλώ κάποιον (ή μια απόφαση) πίσω, συνήθως για κάτι επίσημο Βικιλεξικό
- ανάκληση διπλωματικών υπαλλήλων
- ανάκληση διατάγματος
- ανάκληση μαρτυρικής κατάθεσης
- ανάκληση μετάταξης-διορισμού
- η απόσυρση προϊόντων (συνήθως ή προβληματικών ή πιθανώς ελαττωματικών) από την αγορά και η συγκέντρωσή τους στο εργοστάσιο παραγωγής Βικιλεξικό
- Στην ανάκληση 6 εκατομμυρίων οχημάτων της προχώρησε η Τογιότα
- η επαναφορά μιας ανάμνησης στη μνήμη Βικιλεξικό
- πληροφορικήη ανάγνωση δεδομένων από μνήμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάκληση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάκλη(σις) (επίκληση θεότητας, αποχώρηση) + -ση < ἀνακαλέω-ἀνακαλῶ και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική recall και τη γαλλική rappel.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάκληση | ανακλήσεις |
| Γενική | ανάκλησης | ανακλήσεων |
| Αιτιατική | ανάκληση | ανακλήσεις |
| Κλητική | ανάκληση | ανακλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →