ανάγνωση
•
- η κατανόηση ενός γραπτού κειμένου, μέσα από την αναγνώριση των συμβόλων του Βικιλεξικό
- Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.
- η απόδοση ενός γραπτού κειμένου με προφορικό λόγο ενώπιον ενός ακροατηρίου ή όχι Βικιλεξικό
- σχολείοτο μάθημα στο οποίο οι μαθητές μαθαίνουν να αποδίδουν προφορικά ένα γραπτό κείμενο Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) το κείμενο του παραπάνω μαθήματος
- η κατανόηση των συμβόλων μιας άγνωστης ακόμη γλώσσας, η αποκρυπτογράφηση Βικιλεξικό
- η πρώτη προσέγγιση των ρόλων ενός θεατρικού έργου, κατά την πρώτη κοινή συνάντηση των ηθοποιών που θα τους ερμηνεύσουν Βικιλεξικό
- ο τρόπος ερμηνείας ενός μηνύματος με πολλές σημασίες Βικιλεξικό
- η νομοθετική διαδικασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάγνωση < αρχαία ελληνική ἀνάγνωσις < ἀναγιγνώσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάγνωση | αναγνώσεις |
| Γενική | ανάγνωσης | αναγνώσεων |
| Αιτιατική | ανάγνωση | αναγνώσεις |
| Κλητική | ανάγνωση | αναγνώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →