ανάλημμα
•
- αρχιτεκτονικήστερεός τοίχος ή κατασκευή που συγκρατεί γαιώδη μάζα σε πρανή ή θεμελιώσεις, αποτρέποντας κατολισθήσεις ή καθιζήσεις Βικιλεξικό
- Επιπλέον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ανάλημμα κτίστηκε κατά τους κλασικούς χρόνους, προκειμένου να δημιουργηθεί άνδηρο για την κατασκευή ναού, από τον οποίο σώζονται μόνον κάποια λαξεύματα στο ριζιμιό βράχο καθώς στην περιοχή αναπτύχθηκε ο πρωτοβυζαντινός οικισμός (στην τελευταία φάση χρήσης του χώρου ανήκει ακέραιος λύχνος. (www.efsyn.gr, 06.11.2020)
- αρχαιολογίαυποδομή ή αντέρεισμα που στηρίζει τα πλευρικά τμήματα θεάτρων, ναών ή άλλων μνημείων σε επικλινές έδαφος Βικιλεξικό
- αστρονομίακαμπύλη σε σχήμα οκτώ που δείχνει τις φαινόμενες θέσεις του ήλιου κατά τη διάρκεια του έτους σε σχέση με τον μεσημβρινό Βικιλεξικό
- παρωχημένοκάθε είδους επίδεσμος ή υποστήριγμα που κρατά ανυψωμένο τραυματισμένο μέλος του σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάλημμα < ελληνιστική κοινή ἀνάλημμα < αρχαία ελληνική ἀναλαμβάνω < ἀνά + λαμβάνω (③ σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική analemma)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλημμα | αναλήμματα |
| Γενική | αναλήμματος | αναλημμάτων |
| Αιτιατική | ανάλημμα | αναλήμματα |
| Κλητική | ανάλημμα | αναλήμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →