Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλημματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ανάλημμα, αναφέρεται σ’ αυτό ή μοιάζει μ’ αυτό Βικιλεξικό
    • Σ’ αυτή τη φάση θα αποκατασταθούν οι περίτεχνοι αναλημματικοί τοίχοι του θεάτρου και των παρόδων, η ορχήστρα και οι πέντε πρώτες σειρές εδωλίων. (*)
    • Από την πλευρά του ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ κ. Μιχάλης Τιβέριος επισημαίνει ότι τα αρχιτεκτονικά σημάδια πράγματι χρησιμοποιούνταν για να βοηθούν τους τεχνίτες σχετικά με το «πού θα τοποθετηθούν οι λιθόπλινθοι του αναλημματικού τοίχου». (Αμφίπολη: Εγχάρακτα γράμματα ελληνικού αλφαβήτου στα μάρμαρα του περιβόλου, Το Βήμα, 29/10/2014 http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=645400)

Ετυμολογία

αναλημματικός < ανάλημμα + -ικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀναλαμβάνω < λαμβάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλημματικόςαναλημματικήαναλημματικό
Γενικήαναλημματικούαναλημματικήςαναλημματικού
Αιτιατικήαναλημματικόαναλημματικήαναλημματικό
Κλητικήαναλημματικέαναλημματικήαναλημματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλημματικοίαναλημματικέςαναλημματικά
Γενικήαναλημματικώναναλημματικώναναλημματικών
Αιτιατικήαναλημματικούςαναλημματικέςαναλημματικά
Κλητικήαναλημματικοίαναλημματικέςαναλημματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →