Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάλυση

/aˈna.li.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μέθοδος μελέτης ενός αντικειμένου ή προβλήματος χρησιμοποιώντας το διαχωρισμό του σε επιμέρους τμήματα Βικιλεξικό
    • Η ανάλυση των παραπάνω αντικειμένων αποτελεί αναγκαίο προστάδιο και τη βάση για την ανάλυση του κεντρικού αντικειμένου της εργασίας (Νικολέττα Α. Καραλιώτα, Ο θεσμός της δήμευσης στο ποινικό δίκαιο και η σύγχρονη διεύρυνσή του, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, 2023 https://ikee.lib.auth.gr/record/351579?ln=el)
  2. ο ποσοτικός και ποιοτικός ακριβής προσδιορισμός των συστατικών ενός αντικειμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάλυση < αρχαία ελληνική ἀνάλυσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάλυσηαναλύσεις
Γενικήανάλυσηςαναλύσεων
Αιτιατικήανάλυσηαναλύσεις
Κλητικήανάλυσηαναλύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →