ανάλυση
•
- η μέθοδος μελέτης ενός αντικειμένου ή προβλήματος χρησιμοποιώντας το διαχωρισμό του σε επιμέρους τμήματα Βικιλεξικό
- Η ανάλυση των παραπάνω αντικειμένων αποτελεί αναγκαίο προστάδιο και τη βάση για την ανάλυση του κεντρικού αντικειμένου της εργασίας (Νικολέττα Α. Καραλιώτα, Ο θεσμός της δήμευσης στο ποινικό δίκαιο και η σύγχρονη διεύρυνσή του, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, 2023 https://ikee.lib.auth.gr/record/351579?ln=el)
- ο ποσοτικός και ποιοτικός ακριβής προσδιορισμός των συστατικών ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάλυση < αρχαία ελληνική ἀνάλυσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλυση | αναλύσεις |
| Γενική | ανάλυσης | αναλύσεων |
| Αιτιατική | ανάλυση | αναλύσεις |
| Κλητική | ανάλυση | αναλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →