Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την ανάλυση, που εξηγεί διεξοδικά, με λεπτομέρειες και σε βάθος, που αντιμετωπίζει ένα θέμα διαχωρίζοντας τα στοιχεία-συστατικά του και εξετάζοντάς τα ένα-ένα Βικιλεξικό
  2. που απεικονίζει μαθηματικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναλυτικός < αρχαία ελληνική ἀναλυτικός < ἀναλύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλυτικόςαναλυτικήαναλυτικό
Γενικήαναλυτικούαναλυτικήςαναλυτικού
Αιτιατικήαναλυτικόαναλυτικήαναλυτικό
Κλητικήαναλυτικέαναλυτικήαναλυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναλυτικοίαναλυτικέςαναλυτικά
Γενικήαναλυτικώναναλυτικώναναλυτικών
Αιτιατικήαναλυτικούςαναλυτικέςαναλυτικά
Κλητικήαναλυτικοίαναλυτικέςαναλυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →