ανάπαυση
•
- η ξεκούραση, ο ύπνος ή το διάλειμμα στις υποχρεώσεις Βικιλεξικό
- ώρα για ανάπαυση
- εβδομαδιαία ανάπαυση είναι η Κυριακή και για πολλούς το Σαββατοκύριακο
- ημέρα ανάπαυσης είναι κάθε αργία
- η συγκρατημένη χαλάρωση της στάσης του σώματος σε στρατιωτική ή μαθητική παράταξη και το σχετικό παράγγελμα (Ανάπαυση!) Βικιλεξικό
- τους επέτρεψε να σταθούν σε στάση ανάπαυσης όση ώρα τους μιλούσε
Ετυμολογία
ανάπαυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάπαυσις < ἀναπαύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάπαυση | αναπαύσεις |
| Γενική | ανάπαυσης | αναπαύσεων |
| Αιτιατική | ανάπαυση | αναπαύσεις |
| Κλητική | ανάπαυση | αναπαύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →