ανάποδη
•
- πλευρά ή όψη ενός αντικειμένου ή μίας κατάστασης που είναι αντίθετα ή ανάποδα από αυτήν που θεωρείται κανονική Βικιλεξικό
- η πάνω πλευρά της παλάμης Βικιλεξικό
- Σκούπισε το κούτελό του με την ανάποδη.' (Νίκος Καββαδίας, ποίημα Βάρδια)
- χαστούκι με την ανάστροφη της παλάμης Βικιλεξικό
- να σου ρίξω καμιά ανάποδη, να σου πω εγώ!
- μεταφορικάο δαρμός, ο ξυλοδαρμός, το ξύλο, το μπερντάχι Βικιλεξικό
- άρπαξε κάτι ανάποδες!
Ετυμολογία
ανάποδη < θηλυκό του ανάποδος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →