ανάρτηση
•
- το να αναρτά κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης σε κατάλληλο χώρο Βικιλεξικό
- σύστημα των μηχανοκίνητων τροχοφόρων οχημάτων που εξυπηρετεί την απόσβεση των κραδασμών και συνδέει ελαστικά το αμάξωμα με τους άξονες των τροχών, ελέγχοντας την πρόσφυση στην κίνηση Βικιλεξικό
- διαδίκτυοδημοσίευση άρθρου, γνώμης, κλπ. στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κλπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανάρτηση < αρχαία ελληνική ἀνάρτησις :* για τον διαδικτυακό όρο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική post
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάρτηση | αναρτήσεις |
| Γενική | ανάρτησης | αναρτήσεων |
| Αιτιατική | ανάρτηση | αναρτήσεις |
| Κλητική | ανάρτηση | αναρτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →