Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάρτηση

/aˈnaɾ.ti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να αναρτά κάποιος κάτι Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάη δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης σε κατάλληλο χώρο Βικιλεξικό
  3. σύστημα των μηχανοκίνητων τροχοφόρων οχημάτων που εξυπηρετεί την απόσβεση των κραδασμών και συνδέει ελαστικά το αμάξωμα με τους άξονες των τροχών, ελέγχοντας την πρόσφυση στην κίνηση Βικιλεξικό
  4. διαδίκτυοδημοσίευση άρθρου, γνώμης, κλπ. στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κλπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάρτηση < αρχαία ελληνική ἀνάρτησις :* για τον διαδικτυακό όρο: (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική post

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανάρτησηαναρτήσεις
Γενικήανάρτησηςαναρτήσεων
Αιτιατικήανάρτησηαναρτήσεις
Κλητικήανάρτησηαναρτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →