αναρτώ
•
- λόγιοκρεμώ (κάτι) Βικιλεξικό
- διαδίκτυοαγγλικά post: δημοσιεύω άρθρο, γνώμη στο διαδίκτυο (σε ιστότοπο, ιστοσελίδα, φόρουμ, κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναρτῶ, συνηρημένος τύπος του ἀναρτάω (κρεμάω) < ἀν(α)- + ἀρτάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρτώμαι | — | — | αναρτώμεθα | αναρτάσθε | αναρτώνται |
| Παρατατικός | — | — | — | — | — | αναρτόνταν / αναρτόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | αναρτηθήκαν / αναρτηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναρτηθώ / θα αναρτώμαι | θα αναρτηθείς | θα αναρτηθεί | θα αναρτηθούμε / θα αναρτώμεθα | θα αναρτάσθε / θα αναρτηθείτε | θα αναρτηθούν / θα αναρτηθούνε / θα αναρτώνται |
| Παρακείμενος | έχω αναρτηθεί | έχεις αναρτηθεί | έχει αναρτηθεί | έχουμε αναρτηθεί | έχετε αναρτηθεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρτηθεί | είχες αναρτηθεί | είχε αναρτηθεί | είχαμε αναρτηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναρτηθεί / να αναρτηθώ / να αναρτώμαι | να έχεις αναρτηθεί / να αναρτηθείς | να έχει αναρτηθεί / να αναρτηθεί | να έχουμε αναρτηθεί / να αναρτηθούμε / να αναρτώμεθα | να έχετε αναρτηθεί / να αναρτάσθε / να αναρτηθείτε | να αναρτηθούν / να αναρτηθούνε / να αναρτώνται |
| Προστακτική | — | αναρτήσου | — | — | αναρτάσθε / αναρτηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | αναρτάσαι | αναρτάται | αναρτόμαστε | αναρτάστε | — |
| Παρατατικός | αναρτόμουν | αναρτόσουν | αναρτόταν | αναρτόμασταν | αναρτόσασταν | — |
| Αόριστος | αναρτήθηκα | αναρτήθηκες | αναρτήθηκε | αναρτηθήκαμε | αναρτηθήκατε | αναρτήθηκαν |
| Μέλλοντας | — | θα αναρτάσαι | θα αναρτάται | θα αναρτόμαστε | θα αναρτάστε | — |
| Υποτακτική | — | να αναρτάσαι | να αναρτάται | να αναρτόμαστε | να αναρτάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | αναρτάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →