Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάστροφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανάποδη, αντίθετη, αντίστροφη Βικιλεξικό
    • ανάστροφη ακμή στη δερματολογία καλείται η πυώδης ιδρωταδενίτιδα, για κύστες στην περιοχή των γεννητικων οργάνων αλλά και στις μασχάλες
    • ο ανάστροφος πταρμός στα σκυλιά (το ανάποδο φτέρνισμα), είναι μια ηχηρή προσπάθεια εισπνοής, που συνήθως είναι ακίνδυνη αλλά τρομοκρατεί το αφεντικό του σκύλου
    • η τουρκική φρεγάτα πέρασε από την ανατολική Αττικη και έξω από Σούνια έκανα αναστροφή και ακολουθώντας την ίδια ανάστροφη πορεία ξαναπέρασε από τα ανατολικά της Αττικής, τη Ραφήνα και μετά απομακρύνθηκε (δημοσίευμα στις 2/3/2010)
  2. η πίσω μεριά ενός αντικειμένου, μέλους του σώματος, η ανάποδη πλευρά από εκείνη που λέμε καλή, δηλαδή από εκείνη που έχουμε συνηθίσει να είναι ορατή ή να χρησιμοποιείται Βικιλεξικό
    • ανάστροφη όψη χαρτιού, ανάστροφη πλευρά (η πίσω όψη, η κάτω όψη)

Ετυμολογία

ανάστροφος < (ελληνιστική κοινή) ἀνάστροφος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάστροφοςανάστροφηανάστροφο
Γενικήανάστροφουανάστροφηςανάστροφου
Αιτιατικήανάστροφοανάστροφηανάστροφο
Κλητικήανάστροφεανάστροφηανάστροφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάστροφοιανάστροφεςανάστροφα
Γενικήανάστροφωνανάστροφωνανάστροφων
Αιτιατικήανάστροφουςανάστροφεςανάστροφα
Κλητικήανάστροφοιανάστροφεςανάστροφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →