Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανήμερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορείς να τον ημερέψεις Βικιλεξικό
    • έγινε θηρίο ανήμερο όταν άκουσε τις απαιτήσεις των συνεργατών του

Ετυμολογία

ανήμερος < αρχαία ελληνική ἀνήμερος < ἀ- + ἥμερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήμεροςανήμερηανήμερο
Γενικήανήμερουανήμερηςανήμερου
Αιτιατικήανήμεροανήμερηανήμερο
Κλητικήανήμερεανήμερηανήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανήμεροιανήμερεςανήμερα
Γενικήανήμερωνανήμερωνανήμερων
Αιτιατικήανήμερουςανήμερεςανήμερα
Κλητικήανήμεροιανήμερεςανήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →