Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναβάλλεται

ρήμα
•
  1. χρησιμοποιείται κυρίως στο τρίτο πρόσωπο και απρόσωπα όχι για ζωντανά πλάσματα. Σημαίνει ότι κάτι προγραμματισμένο, δεν θα πραγματοποιηθεί προς το παρόν, στο χρόνο που είχε καθοριστεί, αλλά μετατίθεται για αργότερα, είτε σαφώς για μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή στο μέλλον (π.χ. αναβάλλεται για τις 6 Σεπτεμβριου) είτε γενικά και ασαφώς για αργότερα, πιθανόν και αόριστα. Βικιλεξικό
  2. αναβάλλεται η παράσταση, η διάλεξη, η συναυλία, ο αγώνας Βικιλεξικό
  3. αναβάλλεται επ' αόριστον (πιθανόν και να μην πραγματοποιηθεί ποτέ) Βικιλεξικό
  4. αναβάλλεται για αργότερα και θα πραγματοποιηθεί εν ευθέτω χρόνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναβάλλεται < αναβάλλω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →