ανανεώνω
•
- κάνω κάτι πιο νέο, πιο φρέσκο, πιο ζωηρό, πιο ακμαίο, πιο μοντέρνο Βικιλεξικό
- Ανανεώνω τη ντουλάπα μου με πιο μοντέρνα ρούχα.
- Ανανεώνω το γάμο μου με λίγες μέρες διακοπές χωρίς τα παιδιά.
- δίνω παράταση σε κάτι Βικιλεξικό
- ανανεώνω το μισθωτήριο
- Ανανέωσα την εγγραφή μου στο Πανεπιστήμιο. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
ανανεώνω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνανεώνω < ἀνανεῶ < ελληνιστική κοινή ἀνανεῶ (κλίση -όω) < αρχαία ελληνική ἀνανεοῦμαι → δείτε τις λέξεις ἀνά και νέος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανανεώνω | ανανεώνεις | ανανεώνει | ανανεώνουμε | ανανεώνετε | ανανεώνουν / ανανεώνουνε |
| Παρατατικός | ανανέωνα | ανανέωνες | ανανέωνε | ανανεώναμε | ανανεώνατε | ανανέωναν / ανανεώναν / ανανεώνανε |
| Αόριστος | ανανέωσα | ανανέωσες | ανανέωσε | ανανεώσαμε | ανανεώσατε | ανανέωσαν / ανανεώσαν / ανανεώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανανεώνω / θα ανανεώσω | θα ανανεώνεις / θα ανανεώσεις | θα ανανεώνει / θα ανανεώσει | θα ανανεώνουμε / θα ανανεώσουμε | θα ανανεώνετε / θα ανανεώσετε | θα ανανεώνουν / θα ανανεώνουνε / θα ανανεώσουν / θα ανανεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανανεώσει | έχεις ανανεώσει | έχει ανανεώσει | έχουμε ανανεώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανανεώσει | είχες ανανεώσει | είχε ανανεώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανανεώσει / να ανανεώνω / να ανανεώσω | να έχεις ανανεώσει / να ανανεώνεις / να ανανεώσεις | να έχει ανανεώσει / να ανανεώνει / να ανανεώσει | να έχουμε ανανεώσει / να ανανεώνουμε / να ανανεώσουμε | να ανανεώνετε / να ανανεώσετε | να ανανεώνουν / να ανανεώνουνε / να ανανεώσουν / να ανανεώσουνε |
| Προστακτική | — | ανανέωνε / ανανέωσε | — | — | ανανεώνετε / ανανεώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανανεώθηκαανανεώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →