Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγκάζω

/a.naŋˈɡa.zo/ρήμα
•
  1. υποχρεώνω, επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του Βικιλεξικό
    • Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη Σταθή, Αχιλλέας Κυριακίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 95)

Ετυμολογία

αναγκάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀναγκάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναγκάζωαναγκάζειςαναγκάζειαναγκάζουμεαναγκάζετεαναγκάζουν / αναγκάζουνε
Παρατατικόςανάγκαζαανάγκαζεςανάγκαζεαναγκάζαμεαναγκάζατεανάγκαζαν / αναγκάζαν / αναγκάζανε
Αόριστοςανάγκασαανάγκασεςανάγκασεαναγκάσαμεαναγκάσατεανάγκασαν / αναγκάσαν / αναγκάσανε
Μέλλονταςθα αναγκάζω / θα αναγκάσωθα αναγκάζεις / θα αναγκάσειςθα αναγκάζει / θα αναγκάσειθα αναγκάζουμε / θα αναγκάσουμεθα αναγκάζετε / θα αναγκάσετεθα αναγκάζουν / θα αναγκάζουνε / θα αναγκάσουν / θα αναγκάσουνε
Παρακείμενοςέχω αναγκάσειέχεις αναγκάσειέχει αναγκάσειέχουμε αναγκάσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αναγκάσειείχες αναγκάσειείχε αναγκάσει———
Υποτακτικήνα έχω αναγκάσει / να αναγκάζω / να αναγκάσωνα έχεις αναγκάσει / να αναγκάζεις / να αναγκάσειςνα έχει αναγκάσει / να αναγκάζει / να αναγκάσεινα έχουμε αναγκάσει / να αναγκάζουμε / να αναγκάσουμενα αναγκάζετε / να αναγκάσετενα αναγκάζουν / να αναγκάζουνε / να αναγκάσουν / να αναγκάσουνε
Προστακτική—ανάγκαζε / ανάγκασε——αναγκάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναγκάστηκααναγκάζομαιαναγκάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →