καταναγκάζω
•
- αναγκάζω βίαια ή πιεστικά κάποιον να ενεργήσει ή να κάνει κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταναγκάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταναγκάζω < (κατά) κατ- + ἀναγκάζω < ἀνάγκη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταναγκάζω | καταναγκάζεις | καταναγκάζει | καταναγκάζουμε | καταναγκάζετε | καταναγκάζουν / καταναγκάζουνε |
| Παρατατικός | κατανάγκαζα | κατανάγκαζες | κατανάγκαζε | καταναγκάζαμε | καταναγκάζατε | κατανάγκαζαν / καταναγκάζαν / καταναγκάζανε |
| Αόριστος | κατανάγκασα | κατανάγκασες | κατανάγκασε | καταναγκάσαμε | καταναγκάσατε | κατανάγκασαν / καταναγκάσαν / καταναγκάσανε |
| Μέλλοντας | θα καταναγκάζω / θα καταναγκάσω | θα καταναγκάζεις / θα καταναγκάσεις | θα καταναγκάζει / θα καταναγκάσει | θα καταναγκάζουμε / θα καταναγκάσουμε | θα καταναγκάζετε / θα καταναγκάσετε | θα καταναγκάζουν / θα καταναγκάζουνε / θα καταναγκάσουν / θα καταναγκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταναγκάσει | έχεις καταναγκάσει | έχει καταναγκάσει | έχουμε καταναγκάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταναγκάσει | είχες καταναγκάσει | είχε καταναγκάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταναγκάσει / να καταναγκάζω / να καταναγκάσω | να έχεις καταναγκάσει / να καταναγκάζεις / να καταναγκάσεις | να έχει καταναγκάσει / να καταναγκάζει / να καταναγκάσει | να έχουμε καταναγκάσει / να καταναγκάζουμε / να καταναγκάσουμε | να καταναγκάζετε / να καταναγκάσετε | να καταναγκάζουν / να καταναγκάζουνε / να καταναγκάσουν / να καταναγκάσουνε |
| Προστακτική | — | κατανάγκαζε / κατανάγκασε | — | — | καταναγκάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταναγκάστηκακαταναγκάζομαικαταναγκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →