Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγουλιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρνει αναγούλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναγουλιαστικός < αναγουλιάζ(ω) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγουλιαστικόςαναγουλιαστικήαναγουλιαστικό
Γενικήαναγουλιαστικούαναγουλιαστικήςαναγουλιαστικού
Αιτιατικήαναγουλιαστικόαναγουλιαστικήαναγουλιαστικό
Κλητικήαναγουλιαστικέαναγουλιαστικήαναγουλιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγουλιαστικοίαναγουλιαστικέςαναγουλιαστικά
Γενικήαναγουλιαστικώναναγουλιαστικώναναγουλιαστικών
Αιτιατικήαναγουλιαστικούςαναγουλιαστικέςαναγουλιαστικά
Κλητικήαναγουλιαστικοίαναγουλιαστικέςαναγουλιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →