Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναγωγιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αναγωγισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
    • Αναμφίβολα η πιο επιτυχής από αυτές τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις είναι ο «αναγωγισμός», η άποψη δηλαδή ότι όλα τα πολύπλοκα φυσικά φαινόμενα μπορούν, κατ' αρχήν, να εξηγηθούν από λίγους απλούς νόμους ή από κάποιες θεμελιώδεις «πρώτες αρχές» στις οποίες και οφείλουμε να αναγάγουμε τα πάντα. Αυτό το αναγωγιστικό εξηγητικό σχήμα αποδείχτηκε εξαιρετικά γόνιμο αλλά ταυτόχρονα και υπερβολικά περιοριστικό για την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης. (*)

Ετυμολογία

αναγωγιστικός < αναγωγισμός + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγωγιστικόςαναγωγιστικήαναγωγιστικό
Γενικήαναγωγιστικούαναγωγιστικήςαναγωγιστικού
Αιτιατικήαναγωγιστικόαναγωγιστικήαναγωγιστικό
Κλητικήαναγωγιστικέαναγωγιστικήαναγωγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναγωγιστικοίαναγωγιστικέςαναγωγιστικά
Γενικήαναγωγιστικώναναγωγιστικώναναγωγιστικών
Αιτιατικήαναγωγιστικούςαναγωγιστικέςαναγωγιστικά
Κλητικήαναγωγιστικοίαναγωγιστικέςαναγωγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →