αγωγή
•
- διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς, μετάδοσης αξιών, ιδανικών κ.λπ., που έχει ως στόχο τη διαμόρφωση του χαρακτήρα Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάεκπαίδευση Βικιλεξικό
- σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής
- προσχολική αγωγή, μουσική αγωγή, σωματική αγωγή
- ιατρικήσυστηματική μέθοδος, σύνολο από κανόνες, ενέργειες και δραστηριότητες (που ακολουθούν μια διάγνωση ή κάποια ιατρική πράξη) για τη θεραπεία ασθένειας, πάθησης, την αποκατάσταση ή τη διατήρηση της υγείας κάποιου Βικιλεξικό
- Θα χρειαστεί μια συντηρητική φαρμακευτική αγωγή που μαζί με ελαφριά άσκηση και ειδική δίαιτα θα λύσει το πρόβλημα.
- μουσικήτο τέμπο (ιταλικά tempo), η ταχύτητα στην εκτέλεση ενός μουσικού έργου, πόσο αργά ή γρήγορα πρέπει να το ερμηνεύσουμε Βικιλεξικό
- H ρυθμική αγωγή ενός μουσικού έργου ορίζεται συνήθως με ιταλικούς όρους, όπως allegro, andante.
- Ο ρυθμός 3/4 (τρία τέταρτα) του βαλς μπορεί να έχει γρήγορη ρυθμική αγωγή ή πιο αργή και μεγαλόπρεπη.
- νομικός όροςέγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού αδικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως Βικιλεξικό
- νομικός όροςη διαδικαστική πράξη με την οποία αρχίζει η προδικασία της δίκης μέχρι και την έκδοση ευνοϊκής απόφασης Βικιλεξικό
- Η αγωγή ταυτίζεται και με την αξίωση προστασίας νομίμου δικαιώματος, διακρινόμενη έτσι α) σε προσωπική αγωγή και β) σε πραγματική ή απρόσωπη.
- νομικός όροςένδικο μέσο για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης Βικιλεξικό
- νομικός όροςη διαδικασία κατάθεσης της αγωγής Βικιλεξικό
- φυσικήτο φαινόμενο της μετάδοσης θερμότητας μέσα σε ένα σώμα όπως σε μία μεταλλική ράβδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγή < ἄγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγωγή | αγωγές |
| Γενική | αγωγής | αγωγών |
| Αιτιατική | αγωγή | αγωγές |
| Κλητική | αγωγή | αγωγές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →