αναδαμαλίζω
•
- ιατρικήεπαναλαμβάνω τον δαμαλισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδαμαλίζω < ανα- + δαμαλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδαμαλίζω | αναδαμαλίζεις | αναδαμαλίζει | αναδαμαλίζουμε | αναδαμαλίζετε | αναδαμαλίζουν / αναδαμαλίζουνε |
| Παρατατικός | αναδαμάλιζα | αναδαμάλιζες | αναδαμάλιζε | αναδαμαλίζαμε | αναδαμαλίζατε | αναδαμάλιζαν / αναδαμαλίζαν / αναδαμαλίζανε |
| Αόριστος | αναδαμάλισα | αναδαμάλισες | αναδαμάλισε | αναδαμαλίσαμε | αναδαμαλίσατε | αναδαμάλισαν / αναδαμαλίσαν / αναδαμαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα αναδαμαλίζω / θα αναδαμαλίσω | θα αναδαμαλίζεις / θα αναδαμαλίσεις | θα αναδαμαλίζει / θα αναδαμαλίσει | θα αναδαμαλίζουμε / θα αναδαμαλίσουμε | θα αναδαμαλίζετε / θα αναδαμαλίσετε | θα αναδαμαλίζουν / θα αναδαμαλίζουνε / θα αναδαμαλίσουν / θα αναδαμαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδαμαλίσει | έχεις αναδαμαλίσει | έχει αναδαμαλίσει | έχουμε αναδαμαλίσει | έχετε αναδαμαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδαμαλίσει | είχες αναδαμαλίσει | είχε αναδαμαλίσει | είχαμε αναδαμαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζω / να αναδαμαλίσω | να έχεις αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζεις / να αναδαμαλίσεις | να έχει αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζει / να αναδαμαλίσει | να έχουμε αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζουμε / να αναδαμαλίσουμε | να έχετε αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζετε / να αναδαμαλίσετε | να αναδαμαλίζουν / να αναδαμαλίζουνε / να αναδαμαλίσουν / να αναδαμαλίσουνε |
| Προστακτική | — | αναδαμάλιζε / αναδαμάλισε | — | — | αναδαμαλίζετε / αναδαμαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →