Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδαμαλίζω

ρήμα
•
  1. ιατρικήεπαναλαμβάνω τον δαμαλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδαμαλίζω < ανα- + δαμαλίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναδαμαλίζωαναδαμαλίζειςαναδαμαλίζειαναδαμαλίζουμεαναδαμαλίζετεαναδαμαλίζουν / αναδαμαλίζουνε
Παρατατικόςαναδαμάλιζααναδαμάλιζεςαναδαμάλιζεαναδαμαλίζαμεαναδαμαλίζατεαναδαμάλιζαν / αναδαμαλίζαν / αναδαμαλίζανε
Αόριστοςαναδαμάλισααναδαμάλισεςαναδαμάλισεαναδαμαλίσαμεαναδαμαλίσατεαναδαμάλισαν / αναδαμαλίσαν / αναδαμαλίσανε
Μέλλονταςθα αναδαμαλίζω / θα αναδαμαλίσωθα αναδαμαλίζεις / θα αναδαμαλίσειςθα αναδαμαλίζει / θα αναδαμαλίσειθα αναδαμαλίζουμε / θα αναδαμαλίσουμεθα αναδαμαλίζετε / θα αναδαμαλίσετεθα αναδαμαλίζουν / θα αναδαμαλίζουνε / θα αναδαμαλίσουν / θα αναδαμαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω αναδαμαλίσειέχεις αναδαμαλίσειέχει αναδαμαλίσειέχουμε αναδαμαλίσειέχετε αναδαμαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναδαμαλίσειείχες αναδαμαλίσειείχε αναδαμαλίσειείχαμε αναδαμαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζω / να αναδαμαλίσωνα έχεις αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζεις / να αναδαμαλίσειςνα έχει αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζει / να αναδαμαλίσεινα έχουμε αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζουμε / να αναδαμαλίσουμενα έχετε αναδαμαλίσει / να αναδαμαλίζετε / να αναδαμαλίσετενα αναδαμαλίζουν / να αναδαμαλίζουνε / να αναδαμαλίσουν / να αναδαμαλίσουνε
Προστακτική—αναδαμάλιζε / αναδαμάλισε——αναδαμαλίζετε / αναδαμαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →