αναδαμαλισμός
•
- ιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναδαμαλίζω, η επανάληψη του δαμαλισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδαμαλισμός < αναδαμαλίζω + -μός < ανα- + δαμαλίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδαμαλισμός | αναδαμαλισμοί |
| Γενική | αναδαμαλισμού | αναδαμαλισμών |
| Αιτιατική | αναδαμαλισμό | αναδαμαλισμούς |
| Κλητική | αναδαμαλισμέ | αναδαμαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →