αναδιαρθρωτικός
•
- που έχει σχέση με την αναδιάρθρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδιαρθρωτικός < αναδιαρθρώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδιαρθρωτικός | αναδιαρθρωτική | αναδιαρθρωτικό |
| Γενική | αναδιαρθρωτικού | αναδιαρθρωτικής | αναδιαρθρωτικού |
| Αιτιατική | αναδιαρθρωτικό | αναδιαρθρωτική | αναδιαρθρωτικό |
| Κλητική | αναδιαρθρωτικέ | αναδιαρθρωτική | αναδιαρθρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναδιαρθρωτικοί | αναδιαρθρωτικές | αναδιαρθρωτικά |
| Γενική | αναδιαρθρωτικών | αναδιαρθρωτικών | αναδιαρθρωτικών |
| Αιτιατική | αναδιαρθρωτικούς | αναδιαρθρωτικές | αναδιαρθρωτικά |
| Κλητική | αναδιαρθρωτικοί | αναδιαρθρωτικές | αναδιαρθρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →