Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδιαρθρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αναδιάρθρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδιαρθρωτικός < αναδιαρθρώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναδιαρθρωτικόςαναδιαρθρωτικήαναδιαρθρωτικό
Γενικήαναδιαρθρωτικούαναδιαρθρωτικήςαναδιαρθρωτικού
Αιτιατικήαναδιαρθρωτικόαναδιαρθρωτικήαναδιαρθρωτικό
Κλητικήαναδιαρθρωτικέαναδιαρθρωτικήαναδιαρθρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναδιαρθρωτικοίαναδιαρθρωτικέςαναδιαρθρωτικά
Γενικήαναδιαρθρωτικώναναδιαρθρωτικώναναδιαρθρωτικών
Αιτιατικήαναδιαρθρωτικούςαναδιαρθρωτικέςαναδιαρθρωτικά
Κλητικήαναδιαρθρωτικοίαναδιαρθρωτικέςαναδιαρθρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →