διαρθρώνω
•
- συνδέω κανονικά τα στοιχεία ενός συνόλου Βικιλεξικό
- συναρμολογώ αρμονικά τα μέρη ενός όλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαρθρώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαρθρόω / διαρθρῶ + -ώνω < διά (δι-) + ἀρθρόω < ἄρθρον < ἀραρίσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂er- + -σκω (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-sḱéti)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαρθρώνω | διαρθρώνεις | διαρθρώνει | διαρθρώνουμε | διαρθρώνετε | διαρθρώνουν / διαρθρώνουνε |
| Παρατατικός | διάρθρωνα | διάρθρωνες | διάρθρωνε | διαρθρώναμε | διαρθρώνατε | διάρθρωναν / διαρθρώναν / διαρθρώνανε |
| Αόριστος | διάρθρωσα | διάρθρωσες | διάρθρωσε | διαρθρώσαμε | διαρθρώσατε | διάρθρωσαν / διαρθρώσαν / διαρθρώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαρθρώνω / θα διαρθρώσω | θα διαρθρώνεις / θα διαρθρώσεις | θα διαρθρώνει / θα διαρθρώσει | θα διαρθρώνουμε / θα διαρθρώσουμε | θα διαρθρώνετε / θα διαρθρώσετε | θα διαρθρώνουν / θα διαρθρώνουνε / θα διαρθρώσουν / θα διαρθρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαρθρώσει | έχεις διαρθρώσει | έχει διαρθρώσει | έχουμε διαρθρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαρθρώσει | είχες διαρθρώσει | είχε διαρθρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαρθρώσει / να διαρθρώνω / να διαρθρώσω | να έχεις διαρθρώσει / να διαρθρώνεις / να διαρθρώσεις | να έχει διαρθρώσει / να διαρθρώνει / να διαρθρώσει | να έχουμε διαρθρώσει / να διαρθρώνουμε / να διαρθρώσουμε | να διαρθρώνετε / να διαρθρώσετε | να διαρθρώνουν / να διαρθρώνουνε / να διαρθρώσουν / να διαρθρώσουνε |
| Προστακτική | — | διάρθρωνε / διάρθρωσε | — | — | διαρθρώνετε / διαρθρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαρθρώθηκαδιαρθρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →