Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναδιατυπώνω

ρήμα
•
  1. διατυπώνω απ’ την αρχή, τροποποιώ τη διατύπωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναδιατυπώνω < ανα- + διατυπώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναδιατυπώνωαναδιατυπώνειςαναδιατυπώνειαναδιατυπώνουμεαναδιατυπώνετεαναδιατυπώνουν / αναδιατυπώνουνε
Παρατατικόςαναδιατύπωνααναδιατύπωνεςαναδιατύπωνεαναδιατυπώναμεαναδιατυπώνατεαναδιατυπώναν / αναδιατυπώνανε / αναδιατύπωναν
Αόριστοςαναδιατύπωσααναδιατύπωσεςαναδιατύπωσεαναδιατυπώσαμεαναδιατυπώσατεαναδιατυπώσαν / αναδιατυπώσανε / αναδιατύπωσαν
Μέλλονταςθα αναδιατυπώνω / θα αναδιατυπώσωθα αναδιατυπώνεις / θα αναδιατυπώσειςθα αναδιατυπώνει / θα αναδιατυπώσειθα αναδιατυπώνουμε / θα αναδιατυπώσουμεθα αναδιατυπώνετε / θα αναδιατυπώσετεθα αναδιατυπώνουν / θα αναδιατυπώνουνε / θα αναδιατυπώσουν / θα αναδιατυπώσουνε
Παρακείμενοςέχω αναδιατυπώσειέχεις αναδιατυπώσειέχει αναδιατυπώσειέχουμε αναδιατυπώσειέχετε αναδιατυπώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναδιατυπώσειείχες αναδιατυπώσειείχε αναδιατυπώσειείχαμε αναδιατυπώσει——
Υποτακτικήνα έχω αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνω / να αναδιατυπώσωνα έχεις αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνεις / να αναδιατυπώσειςνα έχει αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνει / να αναδιατυπώσεινα έχουμε αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνουμε / να αναδιατυπώσουμενα έχετε αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνετε / να αναδιατυπώσετενα αναδιατυπώνουν / να αναδιατυπώνουνε / να αναδιατυπώσουν / να αναδιατυπώσουνε
Προστακτική—αναδιατύπωνε / αναδιατύπωσε——αναδιατυπώνετε / αναδιατυπώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →