αναδιατυπώνω
•
- διατυπώνω απ’ την αρχή, τροποποιώ τη διατύπωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναδιατυπώνω < ανα- + διατυπώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναδιατυπώνω | αναδιατυπώνεις | αναδιατυπώνει | αναδιατυπώνουμε | αναδιατυπώνετε | αναδιατυπώνουν / αναδιατυπώνουνε |
| Παρατατικός | αναδιατύπωνα | αναδιατύπωνες | αναδιατύπωνε | αναδιατυπώναμε | αναδιατυπώνατε | αναδιατυπώναν / αναδιατυπώνανε / αναδιατύπωναν |
| Αόριστος | αναδιατύπωσα | αναδιατύπωσες | αναδιατύπωσε | αναδιατυπώσαμε | αναδιατυπώσατε | αναδιατυπώσαν / αναδιατυπώσανε / αναδιατύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναδιατυπώνω / θα αναδιατυπώσω | θα αναδιατυπώνεις / θα αναδιατυπώσεις | θα αναδιατυπώνει / θα αναδιατυπώσει | θα αναδιατυπώνουμε / θα αναδιατυπώσουμε | θα αναδιατυπώνετε / θα αναδιατυπώσετε | θα αναδιατυπώνουν / θα αναδιατυπώνουνε / θα αναδιατυπώσουν / θα αναδιατυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναδιατυπώσει | έχεις αναδιατυπώσει | έχει αναδιατυπώσει | έχουμε αναδιατυπώσει | έχετε αναδιατυπώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναδιατυπώσει | είχες αναδιατυπώσει | είχε αναδιατυπώσει | είχαμε αναδιατυπώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνω / να αναδιατυπώσω | να έχεις αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνεις / να αναδιατυπώσεις | να έχει αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνει / να αναδιατυπώσει | να έχουμε αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνουμε / να αναδιατυπώσουμε | να έχετε αναδιατυπώσει / να αναδιατυπώνετε / να αναδιατυπώσετε | να αναδιατυπώνουν / να αναδιατυπώνουνε / να αναδιατυπώσουν / να αναδιατυπώσουνε |
| Προστακτική | — | αναδιατύπωνε / αναδιατύπωσε | — | — | αναδιατυπώνετε / αναδιατυπώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →