Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναισθησιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την αναισθησιολογία ή τον αναισθησιολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναισθησιολογικός < αναισθησιολόγος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναισθησιολογικόςαναισθησιολογικήαναισθησιολογικό
Γενικήαναισθησιολογικούαναισθησιολογικήςαναισθησιολογικού
Αιτιατικήαναισθησιολογικόαναισθησιολογικήαναισθησιολογικό
Κλητικήαναισθησιολογικέαναισθησιολογικήαναισθησιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναισθησιολογικοίαναισθησιολογικέςαναισθησιολογικά
Γενικήαναισθησιολογικώναναισθησιολογικώναναισθησιολογικών
Αιτιατικήαναισθησιολογικούςαναισθησιολογικέςαναισθησιολογικά
Κλητικήαναισθησιολογικοίαναισθησιολογικέςαναισθησιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →